Όταν οι εκδοτικοί λένε στους συγγραφείς: «Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για το έργο σας». Μια φράση –καραμέλα και η σιωπή πίσω της
Γράφει η Μαρία Λιάκου //
Η σχέση συγγραφέα και εκδότη υπήρξε ανέκαθεν λεπτή, σχεδόν εύθραυστη. Στηρίζεται σε μια ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργία και την αγορά, στην τέχνη και στο εμπόριο, στην ανάγκη να εκφραστεί μια φωνή και στην υποχρέωση να επιβιώσει ένας οργανισμός. Κι ωστόσο, στην εποχή μας, αυτή η σχέση μοιάζει όλο και πιο συχνά να συμπυκνώνεται σε μια φράση που λειτουργεί σαν τυπικό, σχεδόν αυτοματοποιημένο «όχι»: «Δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τον εκδοτικό μας».
Η φράση αυτή, που επαναλαμβάνεται συχνά σε συγγραφείς που καταθέτουν το έργο τους προς έκδοση, δεν είναι αθώα. Ακούγεται ουδέτερη, ευγενική, ασαφής, αλλά πίσω της κρύβεται μια άρνηση χωρίς εξήγηση, μια απόρριψη χωρίς αιτιολόγηση. Έτσι, γίνεται «καραμέλα», μια εύκολη απάντηση που δεν ρισκάρει να εκθέσει την αλήθεια. Μα τι ακριβώς σημαίνει; Και γιατί οι εκδότες προτιμούν αυτήν την αοριστία από μια ειλικρινή τοποθέτηση;

Η αμηχανία της ειλικρίνειας
Ένας εκδότης, στην πραγματικότητα, μπορεί να σκέφτεται πολλά διαφορετικά πράγματα μπροστά σε ένα κείμενο: ότι δεν είναι ακόμα ώριμο λογοτεχνικά, ότι χρειάζεται δουλειά στη δομή, στον ρυθμό ή στη γλώσσα, ότι δεν ταιριάζει με την εκδοτική φυσιογνωμία του οίκου, ότι, τέλος, δεν διαβλέπει εμπορικές προοπτικές. Όμως καμία από αυτές τις αιτίες δεν αποτυπώνεται στο «δεν υπάρχει ενδιαφέρον».
Ο λόγος είναι προφανής: η ειλικρίνεια πονάει. Αν ένας εκδότης πει σ’ έναν συγγραφέα «το κείμενό σας χρειάζεται ουσιαστική επιμέλεια» ή «δεν έχει λογοτεχνικό βάρος», ίσως βρεθεί αντιμέτωπος με την οργή, την απογοήτευση ή και την κατηγορία ότι «δεν αναγνωρίζει το ταλέντο». Αν πάλι ομολογήσει πως το βιβλίο δεν θα πουλήσει, τότε φωτίζει τη σκληρή αλήθεια της αγοράς που πολλοί συγγραφείς προτιμούν να αγνοούν: ότι η έκδοση δεν είναι μόνο τέχνη, αλλά και εμπόρευμα. Έτσι, η γενική και αόριστη φράση λειτουργεί σαν ασπίδα απέναντι σε συγκρούσεις.
Η ευθύνη που δεν αναλαμβάνεται
Ωστόσο, αυτή η αποφυγή της ειλικρίνειας έχει κόστος. Οι εκδότες, με το να κρύβονται πίσω από μια τυπική απάντηση, μεταθέτουν την ευθύνη της κρίσης σε μια αόριστη «έλλειψη ενδιαφέροντος». Σαν να φταίει μια απρόσωπη πραγματικότητα, κι όχι οι ίδιοι που έκριναν, σε συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι το έργο δεν έχει θέση στον κατάλογό τους.
Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας δεν λαμβάνει ποτέ μια πραγματική ανατροφοδότηση. Δεν μαθαίνει τι πήγε στραβά, τι θα μπορούσε να βελτιώσει, σε ποιον άλλο εκδοτικό ίσως θα ταίριαζε καλύτερα. Αντίθετα, μένει με την αίσθηση μιας αόρατης πόρτας που κλείνει χωρίς αιτία. Αυτή η σιωπή δημιουργεί απογοήτευση, αλλά κυρίως παράγει αδυναμία εξέλιξης. Γιατί χωρίς σχόλια και χωρίς κριτική, πώς να βελτιωθεί κανείς;
Η αλήθεια της αγοράς βιβλίου
Φυσικά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι πίσω από κάθε απόφαση έκδοσης κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα της αγοράς. Στην Ελλάδα –και όχι μόνο– το αναγνωστικό κοινό είναι περιορισμένο, οι πωλήσεις λίγες, η βιωσιμότητα ενός εκδοτικού οίκου εύθραυστη. Έτσι, οι εκδότες αναγκάζονται να επιλέγουν έργα που πιστεύουν ότι θα βρουν τον δρόμο τους στο αναγνωστικό κοινό, όχι μόνο εκείνα που αξίζουν λογοτεχνικά.
Μια πιο ειλικρινής απάντηση, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι: «Το έργο σας δεν συνάδει με την εκδοτική μας στρατηγική» ή «Δεν διαβλέπουμε εμπορικές δυνατότητες, ανεξάρτητα από την ποιότητά του». Αυτές οι φράσεις μπορεί να είναι σκληρές, αλλά τουλάχιστον είναι αληθινές. Αναγνωρίζουν την πολυπλοκότητα της διαδικασίας και δείχνουν σεβασμό στον συγγραφέα, ο οποίος αντιμετωπίζεται ως ώριμος συνομιλητής.
Η ανάγκη για διάλογο και παιδεία
Το ερώτημα είναι: γιατί λείπει αυτή η ειλικρίνεια; Ίσως επειδή στον χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα μια αμηχανία απέναντι στην έννοια της λογοτεχνικής επιμέλειας και της καθοδήγησης. Ο συγγραφέας θεωρείται συχνά «ιερό πρόσωπο» που δεν πρέπει να δεχθεί ότι χρειάζεται δουλειά, ενώ ο εκδότης προτιμά να μην αναλάβει τον ρόλο του μέντορα. Κι όμως, στις μεγάλες εκδοτικές παραδόσεις, η σχέση συγγραφέα –εκδότη είναι σχέση συνεργασίας και συνεχούς διαλόγου.
Αντί για το «δεν υπάρχει ενδιαφέρον», θα μπορούσε να υπάρχει μια κουλτούρα ανταλλαγής: να προσφέρεται μια ανατροφοδότηση, έστω και σύντομη, να ανοίγει ένας διάλογος για πιθανές βελτιώσεις, να δημιουργείται μια γέφυρα προς άλλες μορφές δημοσίευσης. Αυτό θα ενίσχυε όχι μόνο την ποιότητα των βιβλίων, αλλά και τη συνοχή του λογοτεχνικού οικοσυστήματος.
Ωστόσο, πίσω από αυτήν την αοριστία καλλιεργείται και μια ακόμη πιο ανθεκτική πεποίθηση: ότι για να περάσει κανείς το κατώφλι ενός «μεγάλου εκδοτικού» χρειάζονται γνωριμίες. Η άποψη αυτή, αν και δεν εκφράζεται επίσημα, πλανάται σαν σκιά στον λογοτεχνικό χώρο και τροφοδοτείται ακριβώς από την έλλειψη διαφάνειας. Όταν η απάντηση είναι τυποποιημένα αρνητική, χωρίς ουσιαστική αιτιολόγηση, ο συγγραφέας δεν έχει άλλο τρόπο να ερμηνεύσει την απόρριψη παρά να την αποδώσει σε εξωλογοτεχνικούς λόγους.
Η σιωπή των εκδοτών, αντί να προστατεύει, ενισχύει την αίσθηση ότι το παιχνίδι είναι εκ των προτέρων «στημένο», ότι δεν αρκεί το έργο, αλλά χρειάζεται να ανήκεις σε έναν κύκλο ή να διαθέτεις ήδη αναγνωρισιμότητα. Ακόμη κι αν αυτό δεν ισχύει πάντα, η εντύπωση γίνεται πραγματικότητα για τους περισσότερους επίδοξους συγγραφείς. Κι έτσι η λογοτεχνική παραγωγή περιορίζεται, αφού πολλοί νέοι δημιουργοί αποθαρρύνονται ή καταφεύγουν σε εναλλακτικές μορφές αυτοέκδοσης, όχι επειδή τις επέλεξαν συνειδητά, αλλά επειδή αισθάνθηκαν αποκλεισμένοι.
Η αλήθεια είναι πως κάθε εκδοτικός οίκος έχει τα δικά του κριτήρια και στρατηγικές. Όμως, όσο αυτά μένουν αδιευκρίνιστα, η αοριστία τρέφει τον μύθο των «γνωριμιών» και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη λογοτεχνική διαδικασία. Η λύση δεν βρίσκεται στο να αρνηθεί κανείς την εμπορική πραγματικότητα του βιβλίου, αλλά στο να αναπτυχθεί μια κουλτούρα καθαρής επικοινωνίας: ειλικρίνεια για τις προτεραιότητες, ξεκάθαρα κριτήρια, και –γιατί όχι– δομές όπου το κείμενο μπορεί να λάβει ανατροφοδότηση, ακόμη κι αν δεν εκδοθεί.
Σήμερα, μάλιστα, η διαδικασία αυτή έχει τυποποιηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε ο συγγραφέας να λαμβάνει μόνο ένα αυτοματοποιημένο μήνυμα παραλαβής του έργου του. Αν μέσα σε τρεις μήνες δεν υπάρξει επικοινωνία, θεωρείται ότι «δεν υπάρχει ενδιαφέρον». Η σιωπή μετατρέπεται σε επίσημη πολιτική, και το «όχι» εκφράζεται όχι με λόγια αλλά με την απουσία τους. Μια πρακτική που μπορεί να εξυπηρετεί την ταχύτητα των εκδοτικών, αλλά αφήνει τον συγγραφέα μπροστά σε έναν τοίχο αδιαφάνειας.

Τι γίνεται στο εξωτερικό
Η εικόνα δεν είναι ρόδινη ούτε διεθνώς, αλλά υπάρχουν πιο οργανωμένα μοντέλα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, οι μεγάλοι εκδοτικοί δέχονται χειρόγραφα σχεδόν αποκλειστικά μέσω λογοτεχνικών ατζέντηδων. Ωστόσο, οι ανεξάρτητοι εκδότες έχουν θεσπίσει συγκεκριμένες διαδικασίες.
- Οδηγίες υποβολής (submission guidelines): Σχεδόν κάθε εκδοτικός αναρτά στην ιστοσελίδα του αναλυτικές οδηγίες: τι είδους έργα ενδιαφέρεται να δει, σε ποια μορφή, με ποιο συνοδευτικό υλικό. Έτσι, ο συγγραφέας ξέρει εξαρχής αν το κείμενό του έχει πιθανότητες να ταιριάξει.
- Submission windows: Πολλοί εκδοτικοί δέχονται χειρόγραφα μόνο σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους και για συγκεκριμένα λογοτεχνικά είδη. Η διαδικασία είναι πιο εστιασμένη και λιγότερο χαοτική.
- Ανατροφοδότηση επί πληρωμή: Ορισμένοι εκδότες ή συνεργαζόμενοι φορείς προσφέρουν επίσημη υπηρεσία “reader’s report”. Ο συγγραφέας καταβάλλει ένα μικρό ποσό και λαμβάνει ουσιαστικά σχόλια για το κείμενό του, χωρίς αυτό να σημαίνει εγγύηση έκδοσης.
- Αναγνωστικές επιτροπές: Σε πολλές περιπτώσεις, οι εκδότες διαθέτουν ομάδες συνεργατών που κάνουν την πρώτη ανάγνωση. Το έργο δεν χάνεται μέσα σε έναν αδιαπέραστο όγκο email.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει στην Ελλάδα
Δεν χρειάζονται θεαματικές τομές, αλλά μικρές και πρακτικές βελτιώσεις:
- Κατηγοριοποιημένες απαντήσεις. Αντί για το γενικό «δεν υπάρχει ενδιαφέρον», θα μπορούσαν να υπάρχουν έτοιμα, πιο στοχευμένα σχόλια: «Το έργο δεν ταιριάζει με την εκδοτική μας ταυτότητα», «Η θεματική είναι κορεσμένη στην αγορά», «Χρειάζεται περαιτέρω λογοτεχνική επεξεργασία».
- Διαφάνεια. Οι εκδότες θα μπορούσαν να δημοσιεύουν αναλυτικά τις «οδηγίες υποβολής χειρογράφων» (submission guidelines), ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη αποστολή κειμένων που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.
- Κλιμακωτή αξιολόγηση. Ένα πρώτο φιλτράρισμα σε 2-3 σελίδες μπορεί να δώσει απάντηση γρήγορα, χωρίς να καταναλώνεται άσκοπα χρόνος.
- Συνεργασίες με διαγωνισμούς ή δημιουργικές πλατφόρμες. Στο εξωτερικό πολλοί συγγραφείς βρίσκουν εκδότη μέσα από λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ενισχυθεί και εδώ.
Συμπέρασμα: Ανάμεσα στη σιωπή και την αλήθεια
Το «δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τον εκδοτικό μας» είναι μια φράση που φαινομενικά προστατεύει και τις δύο πλευρές στην πραγματικότητα, όμως, τις κρατά σε απόσταση. Ο συγγραφέας μένει χωρίς καθοδήγηση, ο εκδότης χωρίς ουσιαστική σχέση με την κοινότητα των δημιουργών, και η λογοτεχνία χάνει την ευκαιρία να εξελιχθεί μέσα από τη σύγκρουση, την κριτική, τον διάλογο.
Η λογοτεχνία, ωστόσο, δεν ανθίζει στη σιωπή. Ανθίζει στην αλήθεια, ακόμα κι αν αυτή είναι επώδυνη. Κι ίσως το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να βρεθεί μια πιο κομψή φράση για να αποφευχθεί η σύγκρουση, αλλά να ξαναχτιστεί μια κουλτούρα ειλικρίνειας ανάμεσα σε συγγραφείς και εκδότες. Μια κουλτούρα που θα αναγνωρίζει ότι το βιβλίο είναι ταυτόχρονα έργο τέχνης και προϊόν, και ότι μόνο μέσα από τον διάλογο μπορεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου