Γιατί αξίζει να διαβάζουμε Έλληνες συγγραφείς.

 



Αχ, να ήξεραν τι χάνουν: Γιατί αξίζει να διαβάζουμε Έλληνες συγγραφείς.

 

Υπάρχει μια φράση που επιστρέφει συχνά μέσα μου, κάθε φορά που συναντώ ένα σπουδαίο ελληνικό βιβλίο: «Αχ, να ήξεραν τι χάνουν».
Γιατί πράγματι, έχουμε συγγραφείς βαθιούς, υπαρξιακούς, ουσιαστικούς — ανθρώπους που γράφουν με το ίδιο μελάνι της ψυχής που κυλά στις ρίζες αυτής της γλώσσας.

 Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού εξακολουθεί να στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, σαν να είναι εκεί κρυμμένη όλη η αξία, η πρωτοτυπία, η συγκίνηση.

Δεν είναι θέμα “εθνικής υπερηφάνειας”, αλλά πνευματικής απώλειας. Όταν παραμερίζουμε τη λογοτεχνία του τόπου μας, στερούμε από τον εαυτό μας τη δυνατότητα να δούμε τον εαυτό μας μέσα από τον λόγο.

 

Η παρεξήγηση της ελληνικής λογοτεχνίας

Ίσως φταίει η σχολική μας σχέση με τα κείμενα: τα γνωρίσαμε ως «ύλη εξετάσεων» και όχι ως ζωντανό σώμα εμπειρίας. Ίσως πάλι φταίει μια ιδιότυπη αποικιοκρατία της κουλτούρας — η αίσθηση ότι το “σοβαρό”, το “καλλιτεχνικό”, το “παγκόσμιο” γράφεται αλλού, σε άλλη γλώσσα.
Όμως η λογοτεχνία δεν είναι διαγωνισμός εντυπώσεων· είναι πράξη συνομιλίας με το ανθρώπινο.

 

Οι σύγχρονες φωνές που αξίζει να ακουστούν

Την τελευταία χρονιά, ανακάλυψα – ή ξανασυνάντησα – συγγραφείς που αποδεικνύουν πως η ελληνική λογοτεχνία διαθέτει φωνές ώριμες, ευαίσθητες και βαθιά στοχαστικές.





Ο Νίκος Δαβέτας, με τη Δεσμοφύλακα (εκδ. Πατάκη), γράφει για τη μνήμη, την ενοχή και την ηθική ευθύνη, με μια ακρίβεια που σε αφήνει σιωπηλό.






Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, στο πρόσφατο Θα πέσει η νύχτα (εκδ. Μεταίχμιο), εξερευνά τα όρια της ευθύνης, τη διαβρωτική δύναμη της βίας και την ηθική αντοχή του ανθρώπου απέναντι στις σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας — ένα έργο βαθιά υπαρξιακό, ρεαλιστικό και ανθρώπινο.





Η Κωνσταντία Σωτηρίου, με πέντε σημαντικά βιβλία — Η Αίσθηση πάει διακοπές, Πικρία Χώρα, Brandy Sour, Φωνές από χώμα, Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ( εκδόσεις Πατάκη) — φέρνει στο προσκήνιο τη γυναικεία εμπειρία, τη μνήμη, τη νοσταλγία και το συλλογικό τραύμα με μια γλώσσα που είναι ταυτόχρονα λιτή, ποιητική και ενίοτε παιχνιδιάρικη.





Και ο Θοδωρής Τσομίδης, στη Γέννα( εκδόσεις Πατάκη) τολμά να γράψει για τη γέννηση ως πράξη οριακή — μια βουτιά στο σώμα και στην ψυχή, μια αναμέτρηση με το ίδιο το θαύμα της ύπαρξης.




Η Ιωάννα Καρυστιάνη, με τους Κορνιζωμένους (εκδ. Καστανιώτη), προσφέρει ένα από τα πιο ώριμα και διεισδυτικά έργα της. Ένα μυθιστόρημα για τη σιωπή, τη φθορά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, γραμμένο με εκείνη την τρυφερή σκληρότητα και τη βαθιά ανθρωπιά

Όλοι τους, με διαφορετική ματιά, υπενθυμίζουν ότι η ελληνική λογοτεχνία δεν είναι φτωχός συγγενής της παγκόσμιας, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της. Ένας κόσμος γεμάτος φως, σκοτάδι, ρίζα και αλήθεια.

 

Η γλώσσα ως τόπος ψυχής

Υπάρχει κάτι που καμία μετάφραση δεν μπορεί να μεταφέρει πλήρως: ο ρυθμός και η ανάσα της μητρικής γλώσσας. Στην ελληνική, οι λέξεις είναι ακόμη ζεστές από το στόμα που τις γέννησε. Μπορούν να πουν τη λεπτή μετατόπιση του συναισθήματος, την απόχρωση της σιωπής, το τρέμουλο της επιθυμίας.

Όταν ένας Έλληνας συγγραφέας γράφει, δεν χρησιμοποιεί απλώς μια γλώσσα· χρησιμοποιεί τη μνήμη ενός λαού. Στις φράσεις του ακούγεται το κύμα, η πέτρα, ο χρόνος, οι γιαγιάδες που αφηγούνταν ιστορίες∙ κι αυτή η συλλογική ηχώ είναι που κάνει τη γραφή του οικεία και θεραπευτική.

 

Η ευθύνη του αναγνώστη

Η ανάγνωση είναι και πράξη στήριξης. Κάθε φορά που αγοράζουμε ή συστήνουμε ένα ελληνικό βιβλίο, συμμετέχουμε σε έναν κύκλο δημιουργίας. Βοηθάμε μια φωνή να συνεχίσει να υπάρχει. Κι ακόμη πιο σημαντικό: ενισχύουμε τη σχέση μας με τον πολιτισμό μας, όχι ως κάτι μουσειακό, αλλά ως κάτι που αναπνέει μέσα μας.

Η ελληνική λογοτεχνία δεν ζητά εθνικιστική υπεράσπιση , ζητά συνάντηση. Ζητά να τη διαβάσουμε όπως διαβάζουμε έναν φίλο που μας μιλά για τη ζωή του — με προσοχή, περιέργεια, ευγνωμοσύνη.

 

Επίλογος

Όταν διαβάζουμε Έλληνες συγγραφείς, ανακαλύπτουμε ότι ο κόσμος μπορεί να ειπωθεί και στη γλώσσα μας, χωρίς μεσολάβηση, χωρίς μετάφραση. Κι αυτή η ανακάλυψη είναι βαθιά λυτρωτική.

Αχ, να ήξεραν τι χάνουν όσοι δεν το δοκιμάζουν.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Δεν το έχουμε το βιβλίο — να σας το παραγγείλουμε»:

Η Τζέιν Όστεν στο τραπέζι μας