Booktherapy .Ημέρα 6η

 




Η χαρά της συντροφιάς | Υπενθύμιση για όσους είναι μόνοι τις γιορτές




Στο σημερινό βίντεο μιλάμε για τη δύναμη της συντροφιάς και για εκείνη τη μικρή, ανθρώπινη πράξη που μπορεί να αλλάξει μια ολόκληρη μέρα – ή και μια καρδιά.
Καθώς οι γιορτές πλησιάζουν, είναι σημαντικό να θυμόμαστε όσους συχνά μένουν στο περιθώριο: τους μοναχικούς ηλικιωμένους, τους ανθρώπους που νοσηλεύονται, εκείνους που περνούν τις μέρες τους πιο σιωπηλά.

Μέσα από αυτή την υπενθύμιση, σας καλώ να μοιραστούμε λίγη από τη ζεστασιά μας: ένα τηλεφώνημα, μια επίσκεψη, ένα χαμόγελο, ένα «σε σκέφτομαι».
Μικρές πράξεις που μεταμορφώνουν τις γιορτές σε κάτι ουσιαστικό.

ΒΙΒΛΙΑ https://www.openbook.gr/t-aidoni/

Να σώσουμε τον Μότσαρτ-Raphael Jerusalmy-εκδόσεις μελάνι 2018

 Δώρο ημέρας:
ΕΔΩ θα βρείτε ένα από τα δικά μου διηγήματα, προσφορά για εσάς — μια τρυφερή ιστορία για να ταξιδέψετε, να συγκινηθείτε και να νιώσετε τη μαγεία της ανθρώπινης επαφής. «Δύο κυρίες στο -2»

Έναν σελιδοδείκτη και ένα μικροδιήγημα!


«Δύο κυρίες στο -2»

Η κυρία Ερασμία και η κυρία Φιλιώ δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ πάνω από «καλημέρα» στις ουρές του σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Κι αυτό μόνο όταν κάποια θυμόταν. Η Ερασμία έβρισκε τη Φιλιώ υπερβολικά φασαριόζα. Η Φιλιώ έβρισκε την Ερασμία υπερβολικά σιωπηλή — και τίποτα δεν ενοχλεί περισσότερο από μια σιωπή που δεν την έχεις κατακτήσει εσύ.

Παραμονή Χριστουγέννων, όμως, οι δυο τους βρέθηκαν κλειδωμένες στο υπόγειο γκαράζ ενός πολυκαταστήματος. Ένα λάθος, μια βαριά μεταλλική πόρτα που έκλεισε απότομα, κι ένα κουμπί εξόδου που «προσωρινά δεν λειτουργεί». Και το ασανσέρ; «Εκτός υπηρεσίας». Ωραία.

Η Φιλιώ, φορτωμένη σακούλες και με μια λάμψη πείσματος στο βλέμμα, είπε:
«Καλά, δεν το πιστεύω. Εσείς φταίτε, πατήσατε κάτι.»
«Εγώ δεν πατάω τίποτα που δεν γνωρίζω», απάντησε η Ερασμία, κρατώντας με αξιοπρέπεια μια καραμέλα μέντας σαν ιερό αντικείμενο. «Κι αν πατήσατε εσείς πολλά, δεν φταίει κανείς άλλος.»

Η ένταση απλώθηκε σαν παγωμένος αέρας. Στο βάθος, οι χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις από τα μεγάφωνα έπαιζαν με δυσάρεστη αισιοδοξία.

Η Ερασμία ανατρίχιασε — από δισταγμό ή από το ρεύμα, δεν ξεχώριζες.

Πέρασαν δέκα λεπτά χωρίς λέξη. Η Φιλιώ ίσιωνε το παλτό της με νευρικές κινήσεις, ενώ η Ερασμία μετρούσε τις ραβδώσεις στο πάτωμα, σαν να μπορούσαν να τη βγάλουν από την αμηχανία.

Κι όσο περνούσε η ώρα, το ρολόι στο μυαλό τους χτυπούσε αργά, μετρώντας λεπτά που μοιάζανε με ώρες. Η Ερασμία αναρωτιόταν αν είχε ξαναπεράσει παραμονή Χριστουγέννων τόσο μόνη, ενώ η Φιλιώ σκεφτόταν πόσο παράξενο ήταν να μοιράζεται αυτή τη στιγμή αμήχανης συντροφικότητας με μια γυναίκα που ποτέ δεν είχε προσέξει πραγματικά.

«Τουλάχιστον…» άρχισε διστακτικά η Φιλιώ. «Δεν κάνει κρύο εδώ κάτω.»
«Μμμ», έκανε η Ερασμία. «Θα μπορούσε να κάνει λιγότερη μοναξιά.»

Η Φιλιώ γύρισε απότομα αλλά δεν απάντησε. Άφησε μόνο έναν μικρό αναστεναγμό — από κούραση, ναι, φυσικά.

Τα λεπτά κυλούσαν.

Η Ερασμία, ψάχνοντας στην τσάντα για μια καραμέλα μέντας, τράβηξε αργά μια μικρή, φθαρμένη χριστουγεννιάτικη κάλτσα. Ένα χαμόγελο φάνηκε στα μάτια της, ανάμνηση από τα παιδικά Χριστούγεννα όπου η κάλτσα αυτή κρεμόταν πάντα δίπλα στο τζάκι.

Η Φιλιώ την παρατήρησε σιωπηλά και χαμογέλασε σχεδόν αμήχανα, σαν να κατάλαβε χωρίς λόγια ότι εκείνη η μικρή κάλτσα έκρυβε πολύ περισσότερα από ένα παιδικό στολίδι.

Η Φιλιώ σήκωσε ένα φρύδι και είπε με μια μικρή σπίθα χιούμορ: «Α, βλέπω ότι κρατάτε τα Χριστούγεννα στην τσάντα σας, κυρία Ερασμία.»
Η Ερασμία χαμογέλασε . «Και τι να κάνω; Κάποιος πρέπει να τα φυλάει.»

Η Φιλιώ έσκυψε ελαφρά προς την Ερασμία και ψιθύρισε: «Θα προσέχω να μην τη χάσω.»
Η Ερασμία χαμογέλασε ξανά, σαν να μοιράζονταν ένα μικρό μυστικό.

Μετά, η Ερασμία έβγαλε και μια καραμέλα από την τσάντα.
«Θέλετε; Μέντα. Δεν λύνει προβλήματα, αλλά τα κάνει να μυρίζουν καλύτερα.»

Η Φιλιώ την πήρε, όχι αμέσως — πρώτα έπρεπε να δηλώσει ότι δεν παίρνει γλυκά από ξένες. Μετά δάγκωσε προσεκτικά την άκρη.
«Ευχαριστώ», είπε χαμηλά, τόσο που μόνο αν ήθελες να ακούσεις θα το άκουγες.

Κάπου εκεί, ένα αυτοκίνητο στο διπλανό επίπεδο έκανε συναγερμό. Ο ήχος αντήχησε μεταλλικά και οι δύο κυρίες πλησίασαν τυχαία η μία στην άλλη.

«Θα μας βρουν, ε;» είπε η Φιλιώ, σαν να απευθυνόταν περισσότερο στην απουσία γύρω τους παρά στην Ερασμία.
«Πάντα μας βρίσκουν παραμονές γιορτών», απάντησε η Ερασμία. «Το θέμα είναι ποιος.»

Για λίγα δευτερόλεπτα, κοίταξαν προς τον ανελκυστήρα λες και θα εμφανιζόταν κάποιος να τις μαζέψει όπως μαζεύουν παραπεταμένα δέματα από την αποθήκη.

«Ξέρετε…» είπε η Φιλιώ πιο μαλακά, «εγώ δεν κάνω παρέα συχνά. Όχι από επιλογή. Από… ώρες που γίνονται μέρες, κι οι μέρες…» Σταμάτησε. «Τέλος πάντων.»

Η Ερασμία ένιωσε ένα βάρος στο στήθος που δεν χωρούσε στις λέξεις.
«Ούτε εγώ», απάντησε. «Κι όταν κάνω, δεν μου βγαίνει όπως πρέπει. Λες κάτι στραβό και…»
«…και μένει στον αέρα», συμπλήρωσε η Φιλιώ.
«Ακριβώς.»

Ένα αμήχανο αλλά ειλικρινές γέλιο ξεπήδησε και από τις δύο, σαν να άνοιξε μια χαραμάδα στον παγωμένο χώρο.

 

Τότε ακούστηκε η πόρτα που ξεκλείδωνε. Ένας υπάλληλος ξεπρόβαλε ξαφνιασμένος.
«Κυρίες μου! Είστε καλά; Με συγχωρείτε, το σύστημα ασφαλείας…»

Η Φιλιώ και η Ερασμία αντάλλαξαν μια ματιά.
Όχι φίλες ακόμα — αλλά λίγο λιγότερο άγνωστες.
«Μια χαρά είμαστε», είπε η Ερασμία.
«Μόνο μην ξανακλειδώσει αυτή η πόρτα», πρόσθεσε η Φιλιώ. «Έχουμε… ραντεβού για έναν καφέ αύριο.»

Όταν τα φώτα του γκαράζ φώτισαν τα πρόσωπά τους, οι δύο κυρίες κοίταξαν η μία την άλλη και, για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, χαμογέλασαν. Ένα μικρό θαύμα, διακριτικό αλλά απροσδόκητο, σαν το πνεύμα των Χριστουγέννων να τις είχε βρει στο -2.

 

 

 

 







Σχόλια