Σκέψεις για τη βιβλιοκριτική, την αρθρογραφία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Τι δεν μπορεί να εκχωρηθεί στη μηχανή
Η συζήτηση για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο του βιβλίου δεν είναι τεχνική· είναι βαθιά πνευματική και δεοντολογική. Ιδίως στον χώρο της σύγχρονης λογοτεχνικής γραφής και κριτικής, το ερώτημα δεν αφορά τις δυνατότητες της μηχανής, αλλά τα όρια της ανθρώπινης ανάγνωσης.
Η βιβλιοκριτική δεν είναι απλώς λόγος για ένα βιβλίο· είναι πράξη ευθύνης και δημόσιας έκθεσης. Ο βιβλιοκριτικός δεν συνοψίζει ούτε καταγράφει εντυπώσεις. Παίρνει θέση, εκθέτει το αισθητικό του κριτήριο και αναλαμβάνει το ρίσκο της κρίσης του απέναντι στο έργο, στον συγγραφέα και στο αναγνωστικό κοινό. Η κρίση αυτή εδράζεται σε βιωματική ανάγνωση: στη συγκίνηση ή την αντίσταση που προκαλεί το κείμενο, στη μνήμη, στην κόπωση, στην εμπλοκή του σώματος και της εμπειρίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, όσο εξελιγμένη κι αν είναι, δεν διαβάζει· επεξεργάζεται γλώσσα. Δεν έχει βιώματα, δεν φέρει ευθύνη, δεν ρισκάρει.
Επιπλέον, η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στη συγγραφή κριτικού λόγου εγκυμονεί τον κίνδυνο ομογενοποίησης. Η βιβλιοκριτική χρειάζεται ιδιοσυγκρασία, αιχμές, ακόμη και αδικίες ή σιωπές. Ο λόγος της δεν οφείλει να είναι «ισορροπημένος», αλλά αληθινός. Η ΤΝ τείνει να παράγει έναν καλοδιατυπωμένο μέσο όρο, που εξομαλύνει τις διαφορές και απονευρώνει τη φωνή. Τέλος, υπάρχει και το ζήτημα της δεοντολογίας: ο αναγνώστης προσέρχεται στη βιβλιοκριτική αναζητώντας την κρίση ενός ανθρώπου. Αν αυτή υποκαθίσταται ή συγκαλύπτεται από μηχανική παραγωγή λόγου, διαρρηγνύεται η σχέση εμπιστοσύνης.
Ωστόσο, ο πλήρης αποκλεισμός της τεχνητής νοημοσύνης από τον χώρο της βιβλιοκριτικής δεν είναι η μόνη νοητή στάση. Υπάρχει ένας αντίλογος που τη θέλει όχι ως υποκατάστατο, αλλά ως εργαλείο υποστήριξης. Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει στη φάση της προεργασίας: για την οργάνωση υλικού, την υπενθύμιση ιστορικών ή εκδοτικών στοιχείων, τη χαρτογράφηση της υπάρχουσας κριτικής συζήτησης. Μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως «συνομιλητής», απέναντι στον οποίο ο κριτικός δοκιμάζει τα επιχειρήματά του. Σε κάθε περίπτωση, η σκέψη, η κρίση και η τελική διατύπωση οφείλουν να παραμένουν αμιγώς ανθρώπινες και η χρήση του εργαλείου να δηλώνεται με διαφάνεια.
Η εικόνα διαφοροποιείται, ωστόσο, όταν περνάμε από τον βιβλιοκριτικό στον αρθρογράφο βιβλίου. Ο αρθρογράφος δεν αποφαίνεται κατ’ ανάγκην για την αξία ενός έργου. Συχνά ενημερώνει, πλαισιώνει, ερμηνεύει, παρουσιάζει. Το έργο του είναι περισσότερο πληροφοριακό ή αναγνωστικά καθοδηγητικό. Εδώ η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να είναι ευρύτερη: στη σύνταξη χρονολογίων, στη σύνοψη βιογραφικών στοιχείων, στη σύγκριση έργων, στη γλωσσική επιμέλεια. Και πάλι, όμως, δεν μπορεί να εκχωρηθεί η φωνή, ο τόνος και η στάση του γράφοντος.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης: ο βιβλιοκριτικός απαντά στο ερώτημα «τι αξίζει και γιατί», ενώ ο αρθρογράφος στο «τι είναι και πώς διαβάζεται». Και στις δύο περιπτώσεις, ο λόγος για το βιβλίο παραμένει ανθρώπινη πράξη. Απλώς, όσο πλησιάζουμε στην αξιολογική κρίση, τόσο μικραίνει ο χώρος που μπορεί να καταλάβει η μηχανή χωρίς να αλλοιώσει το νόημα της ίδιας της ανάγνωσης.
Σε έναν χώρο όπου η ανάγνωση είναι πράξη ελευθερίας και ευθύνης, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει μόνο επικουρικά. Όχι ως φωνή, αλλά ως εργαλείο· όχι ως κριτής, αλλά ως σκιά στο εργαστήριο του γράφοντος. Εκεί όπου διατυπώνεται κρίση, εκεί όπου αναλαμβάνεται αισθητικό ρίσκο, ο λόγος για το βιβλίο οφείλει να παραμένει ανθρώπινος — αλλιώς παύει να είναι κριτικός.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου