Τι διαβάζουμε – και ποιος το αποφασίζει;
Τις τελευταίες ημέρες, στα κοινωνικά δίκτυα, αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση γύρω από τις Λέσχες Ανάγνωσης: αν προωθούν συγκεκριμένα βιβλία, αν λειτουργούν με αδιαφανή κριτήρια, αν επηρεάζονται —άμεσα ή έμμεσα— από εκδοτικά συμφέροντα. Πέρα από τις επιμέρους περιπτώσεις και τις γενικεύσεις, η συζήτηση αυτή αγγίζει ένα ευρύτερο και βαθύτερο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα την ανάγνωση.
Ακόμη και όσοι δεν απορρίπτουν το διάβασμα, συχνά το προσεγγίζουν με όρους απόδοσης. Το βιβλίο καλείται να είναι χρήσιμο, να «προσφέρει κάτι», να δικαιολογεί τον χρόνο που του αφιερώνεται. Η ανάγνωση μετατρέπεται έτσι από εμπειρία σε επένδυση — πολιτισμική, γνωστική ή κοινωνική.
Η λογική αυτή έχει διαδρομή. Ξεκινά από το σχολείο, όπου η παπαγαλία υποκαθιστά την ουσιαστική ανάγνωση, συνεχίζεται στο οικογενειακό περιβάλλον —όταν οι ενήλικες αναζητούν το «νόημα» ακόμη και σε ένα παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο— και καταλήγει στη διαμόρφωση ενός στενού αναγνωστικού κανόνα. Λίγοι τίτλοι, έντονη προβολή, συνεχής ανακύκλωση των ίδιων επιλογών.
Στο πλαίσιο αυτό, συγκροτείται μια άτυπη γλώσσα της ανάγνωσης. Το «καλό βιβλίο» είναι εκείνο που συζητιέται, αναγνωρίζεται, φέρει συλλογική επικύρωση. Το λιγότερο προβεβλημένο, το δύσκολο ή το μη άμεσα «χρήσιμο» παραμερίζεται. Όχι μέσω απαγορεύσεων, αλλά μέσω της απουσίας του από τον δημόσιο διάλογο.
Οι Λέσχες Ανάγνωσης, θεωρητικά, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο σε αυτή την τάση: χώροι πειραματισμού, ανταλλαγής, ακόμη και σύγκρουσης αναγνωστικών εμπειριών. Όταν όμως υιοθετούν αποκλειστικά ασφαλείς και προβλέψιμες επιλογές, κινδυνεύουν να αναπαράγουν τον ίδιο μηχανισμό που υποτίθεται ότι αμφισβητούν.
Το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχουν σχέσεις με εκδότες —κάτι που, σε έναν μικρό εκδοτικό χώρο, δεν είναι πάντα εύκολο να αποφευχθεί— αλλά αν αυτές οι σχέσεις καθορίζουν τις επιλογές και περιορίζουν το εύρος της ανάγνωσης. Αν η συλλογική ανάγνωση προηγείται της συζήτησης ή αν η συζήτηση προϋποθέτει ήδη ένα «εγκεκριμένο» βιβλίο.
Η συζήτηση που άνοιξε στα κοινωνικά δίκτυα είναι, τελικά, χρήσιμη στον βαθμό που δεν εξαντλείται σε καταγγελίες. Μπορεί να λειτουργήσει ως αφορμή για έναν επαναπροσδιορισμό: τι περιμένουμε από τις Λέσχες Ανάγνωσης και, κυρίως, τι περιμένουμε από την ίδια την ανάγνωση.
Γιατί η ανάγνωση δεν είναι υποχρεωμένη να αποδίδει. Δεν είναι πάντα ωφέλιμη, ούτε μετρήσιμη. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό παραμένει μια από τις ελάχιστες εμπειρίες που μπορούν ακόμη να αντισταθούν στην τυποποίηση και στη χρησιμοθηρία

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου